KAMINHS OMILIA

Με αφορμή το εξαίρετο βιβλίο του Ξενοφώντα Κοντιάδη, θα αναρωτηθούμε σήμερα για το μέλλον της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα. Προτού όμως μεταβούμε στο μέλλον, ας αναρωτηθούμε λιγάκι για το παρελθόν και το παρόν. Επιτρέψτε μου λοιπόν  να ξεκινήσω με μία διαπίστωση : Μόλις τα τελευταία χρόνια αρχίζει να αναπτύσσεται ένας σοβαρός διάλογος στη χώρα μας για τη σοσιαλδημοκρατία. Οι παλαιότεροι γνωρίζουμε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, ο χαρακτηρισμός «σοσιαλδημοκράτης» θεωρήθηκε από το σύνολο σχεδόν των κατεστημένων δυνάμεων της Αριστεράς περίπου κάτι σαν βρισιά. Κατά την ίδια περίοδο δεν εμφανίζονται, παρά μόνον σποραδικά, κόμματα ή κινήσεις που αυτοχαρακτηρίζονται «σοσιαλδημοκρατικά», διαγράφουν μια σύντομη τροχιά στο πολιτικό στερέωμα κι εξαφανίζονται. Επιφανέστερο παράδειγμα το ΚΟΔΗΣΟ, το οποίο εμφανίστηκε το 1979, παρέμεινε ενεργό για περίπου μια δεκαετία, χωρίς ποτέ να καταφέρει να διεκδικήσει σοβαρή κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Αλλά πηγαίνοντας πιο πίσω στο παρελθόν, πριν από την επταετή δικτατορία, ακόμη και πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το ίδιο διαπιστώνουμε: Η σοσιαλδημοκρατία, παρόλο που πρωταγωνιστεί σε πλήθος ευρωπαϊκών χωρών ήδη από τον Μεσοπόλεμο, στη χώρα μας ουδέποτε κατάφερε να ριζώσει. Γιατί άραγε;

Νομίζω πως η απάντηση έχει δύο σκέλη. Το ένα πολιτικό, το άλλο κοινωνικοοικονομικό. Αρχίζω από το πρώτο : Η σοσιαλδημοκρατία στην υπόλοιπη Ευρώπη διαμορφώνει βαθμιαία τη φυσιογνωμία της μέσα από μια σταδιακή απαγκίστρωση από τον μαρξισμό, έως ότου, το 1959 στο συνέδριο του Bad Godesberg, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Δυτικής Γερμανίας διαρρηγνύει ρητά τους δεσμούς του με τη μαρξιστική θεωρία. Αντίθετα, στη χώρα μας, αλλεπάλληλοι πολιτικοί διχασμοί, δικτατορίες και ένοπλες εμφύλιες συρράξεις, δεν επέτρεψαν να αναπτυχθεί ένα γνήσιο σοσιαλδημοκρατικό κίνημα, αφού ένα τέτοιο κίνημα, εξ ορισμού ρεφορμιστικό, προϋποθέτει συνθήκες σχετικής δημοκρατικής ομαλότητας. Στην Ελλάδα, το διχαστικό πολιτικό κλίμα ευνόησε τον αριστερό πολωτικό ριζοσπαστισμό, εξ ου και η σταθερή κυριαρχία του μαρξισμού στην Αριστερά. Στην μεταπολεμική Ελλάδα, η ηγεσία του ΚΚΕ ήλεγχε τις εξελίξεις στην Αριστερά ακόμη και μέσα από τις φυλακές και από την εξορία. Οι προσπάθειες των Αλ. Σβώλου και Κ. Καρτάλη να διαμορφώσουν μέσα στη δεκαετία του ‘50 έναν μετριοπαθή, με έντονα σοσιαλδημοκρατικά στοιχεία, πόλο στην Κεντροαριστερά απέτυχαν, λόγω και του πρόωρου θανάτου αμφοτέρων.

Για τους ίδιους κατά βάση λόγους ούτε οι κοινωνικές συνθήκες ήταν πρόσφορες για την άνθηση ενός γνήσιου σοσιαλδημοκρατικού κινήματος. Γιατί, όπως είπαμε, το προνομιακό πεδίο της σοσιαλδημοκρατίας είναι ο ρεφορμισμός, υπό την έννοια ότι οι σοσιαλδημοκράτες αντιλαμβάνονται τον πολιτικό αγώνα ως ένα πεδίο, όπου μάχονται για να διεκδικήσουν κοινωνικές μεταρρυθμίσεις υπέρ των εργαζομένων, οι οποίοι με τη σειρά τους διεξάγουν τον δικό τους αυτόνομο αγώνα, μέσα από τα συνδικάτα τους, απέναντι στην εργοδοσία. Και στα δύο επίπεδα πάντως, πολιτικό και συνδικαλιστικό, κυριαρχεί ο ρεφορμισμός που εξ ορισμού προϋποθέτει μετριοπάθεια και συμβιβαστική διάθεση. Στην Ελλάδα όμως, όπως είπαμε, οι πολιτικές συνθήκες ευνοούσαν τον αριστερό και δεξιό πολωτικό ριζοσπαστισμό, ο οποίος ποδηγέτησε πλήρως το συνδικαλιστικό κίνημα.

Γιατί όταν σε μια διαρκή πολιτική σύγκρουση, κυριαρχεί ο σκοπός της ολοκληρωτικής επικράτησης επί του αντιπάλου, δεν υπάρχουν περιθώρια για οποιαδήποτε αυτόνομη και μάλιστα ρεφορμιστικού χαρακτήρα, δράση του συνδικαλιστικού κινήματος. Όλα πλέον υπακούουν στον ύπατο σκοπό, που είναι ο αφανισμός του εχθρού, αφανισμός πολιτικός, ενίοτε και φυσικός. Ακόμη και σήμερα, μέσα από αυτήν την πολεμική παράδοση που έχει διαποτίσει την πολιτική ζωή της χώρας εξηγείται, εν μέρει τουλάχιστον, από τη μια πλευρά η επικράτηση της αριστερής βίας στα πανεπιστήμιά μας και στις γειτονιές της Αθήνας, καθώς και η καθυστερημένη και κολοβή καταδίκη της τρομοκρατίας από την Αριστερά, αλλά και από την άλλη πλευρά : η βιαιότητα και ο εκφασισμός της εγχώριας ακροδεξιάς, ιδίως στη χρυσαυγίτικη εκδοχή της.

Κάπως έτσι λοιπόν μπορούμε στις συνθήκες της Μεταπολίτευσης να ερμηνεύσουμε τον πολωτικό ριζοσπαστισμό του ΠΑΣΟΚ κατά τις δεκαετίες ’70 και ’80, και να αντιληφθούμε τους λόγους για τους οποίους το κόμμα αυτό καθυστέρησε να απαγκιστρωθεί ρητά από τον μαρξισμό. Αλλά και αντίστροφα :  Έτσι μπορούμε να εξηγήσουμε και την αποτυχία του ΚΚΕ (εσ.), το οποίο εγκλωβίστηκε σε μια άλυτη αντίφαση: από τη μία πλευρά να διεκδικεί επίμονα τα κομμουνιστικά σύμβολα και από την άλλη, ο προγραμματικός λόγος του και η πολιτική δράση του να προσιδιάζουν σε μια μετριοπαθή και συναινετική σοσιαλδημοκρατία.

Σήμερα πια, οι συνθήκες για τη δημιουργία ενός σοσιαλδημοκρατικού κόμματος είναι από μια σκοπιά πιο ευνοϊκές, από την άλλη όμως πιο δυσμενείς. Αρχίζω με την ευνοϊκή πλευρά, καθώς το πρόβλημα του ενδημικού πολωτικού ριζοσπαστισμού της Αριστεράς, για πρώτη φορά στη νεότερη ιστορία μας φαίνεται να βαίνει προς τη λύση του, καθώς η εμπειρία της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ έχει πλήρως απαξιώσει τον πολωτικό ριζοσπαστισμό, για λόγους που θεωρώ γνωστούς και ως εκ τούτου περιττό να αναφέρω.

Από τη στιγμή που διαπιστώνουμε, εμπράκτως πια, τη χρεωκοπία αυτής της Αριστεράς  στη χώρα μας, μπορούμε να πούμε ότι η σοσιαλδημοκρατία έχει σήμερα μοναδική ευκαιρία να διεκδικήσει την πολιτική ηγεμονία. Κατ’αρχάς, στο πεδίο των θεσμών, μέσα από την αταλάντευτη προάσπιση της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η σοσιαλδημοκρατία, πρέπει να το πούμε απερίφραστα :  είναι πολιτικά φιλελεύθερη, υπό την έννοια ότι μέσα από το βάθεμα των θεσμών αυτών προάγει, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, την αυτονομία του καθενός. Αλλά αυτή την ατομική αυτονομία, η σοσιαλδημοκρατία την εννοεί διαλεκτικά συνδεδεμένη με την προαγωγή της αυτονομίας του συνόλου, το οποίο σημαίνει δύο τινά.

 Κατ’ αρχάς εξάλειψη των δημόσιων προνομίων. Κάστες και συντεχνίες στην πολιτική, τη διοίκηση και την κοινωνία ευνοήθηκαν μέσα από δίκτυα πατρωνείας και πελατειασμού. Αυτά τα δίκτυα δημιουργούν αποκλεισμούς, παγιώνοντας κλειστές κάστες προνομιούχων στην πολιτική ελίτ, στη δημόσια διοίκηση, στις παραγωγικές δυνάμεις, στα ελεύθερα επαγγέλματα, εν ολίγοις στο σύνολο του πολιτικού συστήματος. Πρόκειται για κλειστά κυκλώματα που μόνο με ένα δραστικό άνοιγμα του πολιτικού συστήματος, είναι δυνατόν να διαρραγούν, μέσα από κάποια συγκεκριμένα μέτρα:  Π.χ. κατάτμηση των γιγάντιων εκλογικών περιφερειών, αξιολόγηση παντού στον δημόσιο τομέα, διοικητική αποκέντρωση και άλλα πολλά.

Μόνο με ένα δραστικό άνοιγμα του πολιτικού συστήματος, θα μπορέσουμε να καταπολεμήσουμε γενικότερα τη φτώχεια και τις κοινωνικές ανισότητες. Όπως ακριβώς στον 20ο αιώνα η σταδιακή διεύρυνση του δικαιώματος ψήφου, με την καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας, επέβαλε τελικά το κράτος πρόνοιας, έτσι και σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών βεβαίως, το άνοιγμα του πολιτικού συστήματος θα διασφαλίσει την  πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων εκείνων που στην πραγματικότητα στερούνται πολιτικής εκπροσώπησης, παρόλο που έχουν δικαίωμα ψήφου. Αυτοί είναι οι σημερινοί «μη προνομιούχοι». Οι «εκτός των τειχών», που τους βρίσκουμε κατεσπαρμένους στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, εν πολλοίς, πέρα από ταξικές διακρίσεις. Μόνο ένα ανοιχτό πολιτικό σύστημα θα μας οδηγήσει σε μια ανοιχτή κοινωνία. Το ζητούμενο εν  προκειμένω δεν είναι η κατοχύρωση μιας κοινωνίας πλήρους ισότητας, αλλά μιας κοινωνίας που θα πασχίζει διαρκώς να διασφαλίζει ίσες ευκαιρίες στον καθένα, προκειμένου να αναπτύξει την προσωπικότητά του και να ξεδιπλώσει τις ικανότητές του στον κοινωνικό στίβο. Εδώ χρειάζεται ένα κράτος που δεν θα είναι ούτε μεγάλο ούτε μικρό, πρόκειται περί ψευδούς διλήμματος, αλλά ένα κράτος αποτελεσματικό, με ισχυρές ρυθμιστικές αρμοδιότητες, προκειμένου να παρεμβαίνει στην αγορά, όχι για να την καταργήσει ή να την υποκαταστήσει, αλλά για να τη ρυθμίσει, προκειμένου να καταπολεμά τη φτώχεια και τις ανισότητες.

Η πρόκληση της ανοιχτής κοινωνίας είναι ήδη παρούσα, με τη μορφή της 4ης βιομηχανικής επανάστασης. Η ραγδαία ανάπτυξη της σύγχρονης τεχνολογίας, η εισβολή της σε όλες τις πτυχές της ανθρώπινης ζωής, οι ασύλληπτες μέχρι πρότινος πρόοδοι στα πεδία της ρομποτικής και της τεχνητής νοημοσύνης, αναδιατάσσουν τις παραγωγικές σχέσεις, μαζί με αυτές και τις ανθρώπινες σχέσεις, ακόμη και τη σχέση μεταξύ ανθρώπου και μηχανής. Το ποιοί θα βγουν σε πλανητικό επίπεδο ωφελημένοι από αυτές τις ραγδαίες εξελίξεις, είναι το μεγάλο ερώτημα. Το πρόβλημα πάντως για εμάς είναι ότι το χάσμα που μας χωρίζει από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες διαρκώς διευρύνεται. Μόνο μια ανοιχτή κοινωνία, που εγγυάται την ισότιμη πρόσβαση όλων στα κοινωνικά αγαθά, ιδίως όμως στη γνώση και την πληροφορία, μπορεί να εγγυηθεί ότι η Ελλάδα θα μπορέσει να καλύψει την απόσταση. Και βεβαίως εννοώ μια Ελλάδα μέσα σε μια ενωμένη Ευρώπη, γιατί μόνον μια ισχυρή Ευρώπη θα κατορθώσει και αυτή με τη σειρά της να επιβιώσει μέσα στις νέες προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης.

Ημερομηνία: 
Τετ, 17/01/2018 - 20:45

    Όροι Χρήσης

    Κάθε επισκέπτης ή χρήστης του ιστότοπου "cityofathens.gr" οφείλει, πριν από την επίσκεψη ή τη χρήση των σελίδων, να διαβάσει και να μελετήσει προσεκτικά τους όρους χρήσης.

    Περισσότερα

    Επικοινωνία

    Δημαρχιακό Μέγαρο
    Αθηνάς 63, Πλατεία Εθνικής Αντίστασης (Κοτζιά), Τ.Κ. 10552

    Δημαρχείο
    Λιοσίων 22, Τ.Κ. 10438
    Τηλ. 1595 (χρέωση ανάλογα με τον πάροχο σας)
    Περισσότερα

    Σύνδεσμοι

    Αρχείο με χρήσιμους συνδέσμους σε φορείς του δήμου Αθηναίων και της πολιτείας.



    Περισσότερα

    Χάρτης Ιστότοπου

      Ροές RSS

    Προστασία Προσωπικών Δεδομένων


    Χάρτης Ιστού
    Η κατασκευή του Ιστοτόπου έγινε με απόφαση Δημάρχου, από ομάδα εργασίας εργαζομένων στον Δήμο Αθηναίων και την Δημοτική Επιχείρηση ΔΑΕΜ χωρίς επιπλέον αμοιβή και κόστος, κάνοντας χρήση ΕΛ/ΛΑΚ λογισμικού.